βάκτρον (1)

βακτηρία, βάκτρον
Grammatical information: f.
Meaning: `staff, stick, scepter (as symbol of judges)' (Ar.).
Other forms: Also βακτήριον (Ar.), βακτηρίδιον (H.), βακτηρίς, -ίδος f. (Achae. [?]). Cf. βάκτρον n. `stick, cudgel' (A.).
Dialectal forms: Cypr. pakara LSJ Supp.
Derivatives: βακτρεύω `prop' (arg. metr. in S. OC), βάκτρευμα (E.; βακτηρεύω (Suid.) influenced by βακτηρία.
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Eur.
Etymology: βακτηρία looks like an abstract formation from *βακτήρ, with βάκτρον like ἀροτήρ beside ἄροτρον. One compares βάκται ἰσχυροί H. (doubtful) and βακόν (improbable). - To Lat. baculum `staff, stick', from *bak-tlo-m (but s. Pisani REIE 3, 53); from baculum again βάκλον `stick, cudgel' (Aesop.); also OIr. bacc `hook, crook' etc. Pok. 93 gives other, quite doubtful, forms. A loanword; from Europe?
Page in Frisk: 1,211-212

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάκτρον — βάκτρον, το (Α) 1. βακτηρία, ραβδί 2. ρόπαλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < *βάκω, αόρ. ἔβακον»βαρύνω, καταβάλλομαι» (ινδοευρ, ρίζα *bak «μπαστούνι») + (επίθημα) τρον (βλ. και βακτηρία)] …   Dictionary of Greek

  • βάκτρον — stick neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκτρα — βάκτρον stick neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκτροις — βάκτρον stick neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκτρου — βάκτρον stick neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκτρων — βάκτρον stick neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκτρῳ — βάκτρον stick neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BACTROPERATAE — Per convitium Philosophi olim dicti, quod baculum βάκτρον et peram πῆραν, deferrent. Hieronym. in c. 10. Matthaei, Ex hoc praecepto arguit Philosophos, qui vulgo apellantur Bactroperatae, quod contemptores saeculi et omnia pro nihilo ducentes,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • бок — род. п. бока, укр. бiк, боку, блр. бок, русск. цслав. бокъ πλευρόν, сербохорв. бо̑к, род. п. бо̏ка, чеш. bok, польск. bok, в. луж. bok, н. луж. bok. Возм., родственно исходному знач. ребро – лат. baculum палка, посох , греч. βάκτρον жезл, скипетр …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • -τρο(ν) — ΝΜΑ επίθημα.ουδέτερων ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που εμφανίζεται ήδη σε αρχαιότατα κείμενα, έχει μεγάλη παραγωγική δύναμη, κυρίως στην Αρχαία, και απαντά σε 200 περίπου ουσιαστικά. Το επίθημα ουδετέρου τρον, όπως και τα… …   Dictionary of Greek

  • αλάβαστρο — Όρος που υποδηλώνει διαφώτιστες παραλλαγές δύο διαφορετικών πετρωμάτων: του ασβεστίτη, που εκτιμάται περισσότερο, και του γύψου. Το ασβεστολιθικό ή ανατολικό α. προέρχεται από ιζήματα υδάτων πλούσιων σε ακτινοειδή ή κατά ζώνες (ταινίες). Τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.